εξομολογητήριο


εξομολογητήριο
[эксомологитирио] ονσ. о. исповедальня.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εξομολογητήριο" в других словарях:

  • εξομολογητήριο — το исповедальня – особое место в храме, где совершается таинство исповеди …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εξομολογητήριο — το [εξομολογώ] χώρος τού ναού στον οποίο τελείται το μυστήριο τής εξομολογήσεως …   Dictionary of Greek

  • εξομολογητήριο — το 1. ο τόπος όπου γίνεται η εξομολόγηση των χριστιανών. 2. μικρό διαμέρισμα, όπου γίνεται η εξομολόγηση των καθολικών, κατάλληλα διαρρυθμισμένο, ώστε ο εξομολόγος να ακούει μόνο, χωρίς και να βλέπει τον εξομολογούμενο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μουσείο Βορρέ (Παιανία Αττικής) — Η συλλογή σύγχρονης ελληνικής τέχνης και λαογραφίας του συλλέκτη και πρώην δημάρχου Παιανίας Ίωνα Βορρέ εκτίθεται σε ένα συγκρότημα παλαιών και νέων κτιρίων με κήπους και αυλές, συνολικής έκτασης 18 στρεμμάτων, στις ανατολικές παρειές του Υμηττού …   Dictionary of Greek

  • Ράντκλιφ, Αν — (Raddcliffe, Λονδίνο 1764 – 1823). Αγγλίδα συγγραφέας. Είναι η πιο γνωστή εκπρόσωπος των «μαύρων» ή «γοτθικών» μυθιστοριογράφων, που διάπρεψαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αι. Η κυρίαρχη νότα στα έργα τους δίνεται από τον τρόμο, το… …   Dictionary of Greek